Ενα εξαιρετικό δημοσίευμα ττου δημοσιογράφου Βασίλη Λυμπερόπουλου με θέμα τον
Αξίζει να το διαβάσετε.
Για χρόνια, ο ελληνικός αθλητισμός στηρίχθηκε σε ανθρώπους που βρίσκονταν μακριά από τα φώτα. Δεν ήταν αθλητές, ούτε προπονητές, ούτε απαραίτητα στελέχη με θεσμικό ρόλο.
Ήταν όμως παρόντες σε κάθε μικρή και μεγάλη ανάγκη ενός σωματείου, από την καθημερινή λειτουργία μέχρι τις δύσκολες στιγμές. Ήταν εκεί όταν το σωματείο μεγάλωνε, ακόμη κι αν η κοινότητα δεν το έβλεπε. Η συμβολή τους σπάνια καταγραφόταν, αλλά το αποτέλεσμα της παρουσίας τους ήταν ορατό στις ομάδες, στα γήπεδα και, κυρίως, στα παιδιά που έκαναν τα πρώτα τους βήματα στον αθλητισμό.
Για δεκαετίες, αυτό το μοντέλο αποτέλεσε τον βασικό μηχανισμό επιβίωσης του ελληνικού αθλητισμού. Άνθρωποι χωρίς θεσμική υποχρέωση, χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα, «έτρεχαν» ομάδες, τμήματα, ακαδημίες. Άλλοτε από αγάπη για το άθλημα, άλλοτε από κοινωνική διάθεση, άλλοτε ακόμη και για λόγους προσωπικής προβολής. Όποιο κι αν ήταν το κίνητρο, το αποτύπωμα ήταν υπαρκτό και θετικό: δημιουργούνταν δομές, κρατιόνταν ζωντανές κοινότητες, παιδιά έβρισκαν χώρο να ασχοληθούν με τον αθλητισμό.
Πέρα από την κοινωνική του διάσταση, αυτό το μοντέλο είχε και σαφές λειτουργικό όφελος. Ο εθελοντής παράγοντας υποκαθιστούσε στην πράξη ένα σημαντικό κόστος διοίκησης και οργάνωσης: από τη διαχείριση εγγραφών και μετακινήσεων, μέχρι την επικοινωνία με δήμους, ομοσπονδίες και τοπικούς χορηγούς. Ώρες εργασίας που, αν αποτιμηθούν οικονομικά, συνιστούν κρίσιμο παράγοντα βιωσιμότητας για τα περισσότερα σωματεία. Χωρίς αυτή την αόρατη προσφορά, το λειτουργικό κόστος αυξάνεται δραματικά.
Σήμερα, αυτή η εικόνα αλλάζει αισθητά. Οι εθελοντές παράγοντες μειώνονται χρόνο με τον χρόνο, όχι επειδή εξέλειψε η διάθεση προσφοράς, αλλά επειδή η πραγματικότητα γύρω από τον ρόλο έχει γίνει πιο απαιτητική, πιο σκληρή και λιγότερο ελκυστική.
Πολλοί άνθρωποι θα ήθελαν να προσφέρουν, αναγνωρίζουν τη σημασία του αθλητισμού ως κοινωνικού θεσμού, όμως η καθημερινότητα λειτουργεί αποτρεπτικά. Ο χρόνος έχει μετατραπεί σε δυσεύρετο αγαθό, η επαγγελματική πίεση είναι συνεχής, ενώ οι οικογενειακές υποχρεώσεις αφήνουν ελάχιστα περιθώρια για εθελοντική ενασχόληση που δεν έχει σαφή όρια.
Παράλληλα, ο ρόλος του παράγοντα έχει επιβαρυνθεί με ευθύνες που παλαιότερα δεν υπήρχαν. Η διαχείριση ενός σωματείου απαιτεί πλέον γνώση κανονισμών, οικονομική και νομική συμμόρφωση, επαφή με ψηφιακές πλατφόρμες και διαρκή λογοδοσία. Η ευθύνη μεγάλωσε, το ρίσκο επίσης, χωρίς όμως να αυξηθεί αντίστοιχα η θεσμική στήριξη ή η προστασία όσων αναλαμβάνουν αυτόν τον ρόλο. Για πολλούς, η ενασχόληση με τον αθλητισμό παύει να είναι προσφορά και μετατρέπεται σε πηγή άγχους και έκθεσης.
Σε οργανωτικό επίπεδο, η σταδιακή αποχώρηση των παραγόντων δημιουργεί και έναν σοβαρό κίνδυνο βιωσιμότητας. Πολλά σωματεία στηρίζονται σε ένα ή δύο πρόσωπα, χωρίς διάδοχη κατάσταση, χωρίς μεταφορά γνώσης και ρόλων. Όταν αυτοί αποχωρούν, η λειτουργία αποδιοργανώνεται ή καταρρέει. Δεν πρόκειται απλώς για κοινωνικό πρόβλημα, αλλά για δομικό ζήτημα διακυβέρνησης των αθλητικών σωματείων.
Ταυτόχρονα, έχει αλλοιωθεί και η κοινωνική εικόνα του παράγοντα. Εκείνος που «έτρεχε» μια ομάδα, που βρισκόταν καθημερινά στο γήπεδο, που αναλάμβανε ευθύνες -ακόμη κι αν κάποιες φορές λειτουργούσε ιδιοτελώς ή επιδίωκε προβολή- άφηνε τελικά ένα θετικό αποτύπωμα για την κοινωνία και τα νέα παιδιά. Σήμερα, ο ρόλος αυτός συχνά αντιμετωπίζεται με καχυποψία, ενίοτε και με απαξίωση. Όλοι μπαίνουν στο ίδιο πλαίσιο, ανεξαρτήτως προθέσεων, γεγονός που αποθαρρύνει όσους θα μπορούσαν να προσφέρουν χωρίς να θέλουν να εκτεθούν ή να συγκρουστούν.
Κι όμως, ο αθλητισμός δεν είναι απλώς μια δραστηριότητα. Είναι θεσμός. Είναι μέσο κοινωνικοποίησης, συμμετοχής στα κοινά, προσφοράς προς τον διπλανό. Είναι χώρος όπου διαμορφώνονται συμπεριφορές, αξίες και συλλογική ταυτότητα. Όταν απομακρύνεται ο εθελοντικός χαρακτήρας από αυτό το οικοδόμημα, ο αθλητισμός χάνει ένα βασικό του στοιχείο: τη σύνδεσή του με την κοινωνία που τον περιβάλλει.
Αν τα σωματεία αρχίσουν να λειτουργούν αποκλειστικά με έμμισθους εργαζόμενους, το κοινωνικό τους αποτύπωμα αναπόφευκτα θα μειωθεί. Όχι επειδή η αμειβόμενη εργασία δεν είναι απαραίτητη, αλλά επειδή, με τα σημερινά δεδομένα, οι απαιτήσεις της διαχείρισης ενός αθλητικού σωματείου δεν μπορούν να καλυφθούν πλήρως με μισθολογικούς όρους. Αν όλα λειτουργούν βάσει συμβάσεων και αμοιβών, ο αθλητισμός κινδυνεύει να προσομοιάσει σε ένα φροντιστήριο -χωρίς να υπονομεύεται η τεράστια σημασία του στην εκπαίδευση- οργανωμένο και χρήσιμο, αλλά αποκομμένο από την έννοια της συλλογικής προσφοράς και της τοπικής ταυτότητας.
Ο αθλητισμός δεν είναι απλώς μια υπηρεσία προς κατανάλωση. Είναι ζωντανός οργανισμός. Και αυτός ο οργανισμός τροφοδοτείται από ανθρώπους που λειτουργούν πέρα από το ωράριο και την αμοιβή, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην κοινότητα. Ο ερασιτεχνικός αθλητισμός αποτελεί τη βάση ολόκληρου του αθλητικού οικοσυστήματος: από εκεί ξεκινούν οι αθλητές, διαμορφώνεται το κοινό και δημιουργείται το υπόβαθρο πάνω στο οποίο αναπτύσσεται και ο επαγγελματικός αθλητισμός.
Ο παράγοντας είναι η ψυχή του σωματείου. Είναι ο άνθρωπος που κρατά τη συνέχεια, που γεφυρώνει γενιές, που συνδέει το παρελθόν με το παρόν. Αν η έλλειψη εθελοντών παραγόντων συνεχιστεί, ο ερασιτεχνικός αθλητισμός -η βάση, η ψυχή ολόκληρου του αθλητικού συστήματος- θα αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης. Και τότε, το ζήτημα δεν θα είναι μόνο λειτουργικό ή οικονομικό. Θα είναι βαθιά κοινωνικό.
Η σταδιακή αποχώρηση των εθελοντών παραγόντων από τον αθλητισμό δεν οφείλεται -όπως προαναφέρθηκε- σε έλλειψη διάθεσης προσφοράς, αλλά σε ένα περιβάλλον που καθιστά τη συμμετοχή ολοένα και δυσκολότερη. Αυτό καθιστά αναγκαίο ένα πιο οργανωμένο πλαίσιο πολιτικής, με παρεμβάσεις που μειώνουν το διοικητικό βάρος, περιορίζουν το ρίσκο και κάνουν τη συμμετοχή πιο προβλέψιμη και βιώσιμη.
Σε πρώτο επίπεδο, οι αθλητικές ομοσπονδίες μπορούν να αναλάβουν ουσιαστικότερο ρόλο υποστήριξης των σωματείων, πέρα από τον εποπτικό. Η παροχή οργανωμένης βοήθειας, π.χ. μέσω γραφείων υποστήριξης, για ζητήματα όπως το Μητρώο Αθλητικών Φορέων, η κατανόηση κανονισμών και η βασική διοικητική συμμόρφωση, θα αφαιρούσε ένα σημαντικό αντικίνητρο από την εθελοντική ενασχόληση.
Σε κεντρικό επίπεδο, η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού μπορεί να λειτουργήσει πιο ενεργά, όχι μόνο ρυθμιστικά. Μια στοχευμένη καμπάνια ενημέρωσης, σε συνδυασμό με τη δημιουργία μητρώου ενδιαφερόμενων εθελοντών, θα μπορούσε να αποτελέσει δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού για τον ερασιτεχνικό αθλητισμό. Η διασύνδεση εθελοντών με σωματεία, με σαφή ρόλο και περιορισμένες ευθύνες, θα μείωνε τον αρχικό φόβο εμπλοκής.
Συμπληρωματικά, η εισαγωγή πιστοποίησης για διοικητικούς ρόλους εθελοντών θα ενίσχυε την ασφάλεια και την αυτοπεποίθηση όσων θέλουν να προσφέρουν, μειώνοντας παράλληλα τα λειτουργικά σφάλματα, χωρίς να αλλοιώνεται ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας της συμμετοχής.
Τέλος, απαραίτητη είναι και η αλλαγή του αφηγήματος γύρω από τον ρόλο του παράγοντα. Η πολιτεία και οι θεσμικοί φορείς οφείλουν να αναδείξουν τον εθελοντικό παραγοντισμό ως βασικό στοιχείο βιωσιμότητας του αθλητικού οικοσυστήματος. Χωρίς αυτόν, ο ερασιτεχνικός αθλητισμός δεν μπορεί να λειτουργήσει ούτε οργανωτικά ούτε κοινωνικά.
Η συζήτηση για τον εθελοντικό παραγοντισμό δεν αφορά το παρελθόν, ούτε μια ρομαντική εκδοχή του αθλητισμού. Αφορά το αν ο αθλητισμός θα συνεχίσει να λειτουργεί ως ζωντανός κοινωνικός θεσμός ή θα περιοριστεί σε μια τυπική παροχή υπηρεσιών. Οι δομές, οι κανονισμοί και οι πολιτικές μπορούν να αλλάξουν. Αυτό που δεν αναπληρώνεται εύκολα είναι ο άνθρωπος που επιλέγει να σταθεί δίπλα στο σωματείο.
Πηγή: Sportbiz.gr γράφει ο δημοσιογράφος Βασίλης Λυμπερόπουλος.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου